Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Οι χαμένεs πατρίδεs τηs Αμπχαζίαs

Η άλλοτε πανίσχυρη ελληνική κοινότητα έχει χάσει κάθε δικαίωμα επιστροφής στα πάτρια εδάφη.

Ενας από τους παραδοσιακά πιο αξιοσέβαστους ρόλους στον Καύκασο είναι αυτός του «Ταμαντά». Πρόκειται για τον άνθρωπο που επιλέγεται «αρχηγός» στο εκάστοτε τραπέζι και ο οποίος καθορίζει τον ρυθμό με τον οποίον οι υπόλοιποι θα πρέπει να αδειάζουν τα ποτήρια βότκας που βρίσκονται μπροστά τους.
Αλλο ένα καθήκον του «Ταμαντά» είναι να αποφασίζει εάν το τραπέζι είναι «ανοιχτό» ή «κλειστό». Στην πρώτη περίπτωση ο καθένας πίνει όσο αντέχει. Στη δεύτερη θα πρέπει να πιει όσο του υποδεικνύουν. Οποιος λυγίσει και αποχωρήσει δεν μπορεί να επιστρέψει στο τραπέζι.
Κάπως έτσι θα μπορούσε να εξετάσει κανείς τα όσα συνέβησαν τον τελευταίο αιώνα στην Αμπχαζία, οδηγώντας στην εξάλειψη της ελληνικής μειονότητας στην περιοχή.
Η άλλοτε πανίσχυρη ελληνική κοινότητα, διαγραμμένη από την ιστορική πατρίδα της και βλέποντας τους αριθμούς της να συρρικνώνονται δραματικά ύστερα από τέσσερις διαδοχικούς ξεριζωμούς, ...παρέδωσε τελικά τα όπλα, χάνοντας - σύμφωνα με τους σκληρούς κανόνες του παιχνιδιού στον Καύκασο- κάθε δικαίωμα επιστροφής.
«Πώς χάσαμε αυτά τα χώματα;», διερωτάται η κ. Αθηνά περιπλανώμενη στους δρόμους του Σουχούμι, την πρωτεύουσα της Αμπχαζίας. «Κάποτε», αναπολεί η Ελληνοπόντια, «σε κάθε γωνιά της πόλης άκουγες να μιλάνε ελληνικά».
Εκτοτε η κ. Αθηνά επισκέπτεται το Σουχούμι τρεις φορές τον χρόνο, διψασμένη για μια τζούρα χαμένης πατρίδας. Ακούραστα μας ξεναγεί σε κάθε αρχοντικό, κάθε σπίτι που έχτισαν οι άλλοτε εύποροι Ελληνες της Αμπχαζίας, οι πρώτοι εκ των οποίων έφτασαν σε αυτόν τον παράκτιο παράδεισο της Μαύρης Θάλασσας τον 8ο αιώνα π.Χ. ιδρύοντας τους «Διόσκουρους», δηλαδή το σημερινό Σουχούμι.
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα -συχνά ανεπιβεβαίωτα- στοιχεία, από τους τουλάχιστον 50.000 Ελληνες που κατοικούσαν στην Αμπχαζία τη δεκαετία του 1920, ο αριθμός τους άγγιζε μετά βίας τους 20.000 το 1991. Σήμερα, και ενώ έχει διαμεσολαβήσει ο πόλεμος του 1992-93, δεν ξεπερνάνε τους 1.600.
Σημάδια πολέμου. Δεκαπέντε χρόνια μετά την 30ή Σεπτέμβρη του 1993, ημέρα κατά την οποία οι Αμπχάζιοι -με τη βοήθεια Τσετσένων και Ρώσων μαχητών, αλλά όχι και με αυτήν της Μόσχας- χρίστηκαν νικητές του πολέμου, το Σουχούμι φέρει βαθιά τα σημάδια των συγκρούσεων.
Οι γιγαντοαφίσες των ηρώων που έπεσαν στη μάχη για την ανεξαρτησία ξεφυτρώνουν ανά πέντε μέτρα στα πεζοδρόμια, στις προσόψεις των κτιρίων, στα διαφημιστικά μπλουζάκια. Τα νεαρά ζευγάρια, λίγα λεπτά προτού ενωθούν με τα δεσμά του γάμου, αποτίουν φόρο τιμής στο μνημείο των πεσόντων.
Σε μια νότα παράδοξης αρμονίας, εκατοντάδες μισοβομβαρδισμένα και καλυμμένα από κισσό νεοκλασικά σπίτια, γίνονται ένα με την πόλη που, παρά την αιματηρή κληρονομιά της, αποπνέει μια γαλήνη.
Οσο για τη «χούφτα» των Ελλήνων που παραμένουν εδώ, προτιμώντας -όπως λένε- να τους αποκαλούν «Ελληνες» στην Αμπχαζία από το να τους χαρακτηρίζουν «Ρωσοπόντιους» στην Ελλάδα, αυτοί συνεχίζουν να δίνουν μια άνιση μάχη για να διατηρήσουν μια κάποια, οποιαδήποτε, επαφή με την ιστορική πατρίδα, έστω και αν αυτή περιορίζεται σε ένα πακέτο «Καρέλια».

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
Φοβάσαι να πας ακόμα και για διακοπές

Η σοβιετική νοοτροπία που κυριαρχεί ακόμα στην Αμπχαζία έναντι της ιδιωτικής περιουσίας -ότι, δηλαδή, είναι ανύπαρκτη- σε συνδυασμό με την αδιαφορία των ελληνικών αρχών έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο τους Ελληνοπόντιους που διεκδικούν την επιστροφή των περιουσιών τους.
Η απόφαση της Αθήνας, να επιτρέψει στην Τιφλίδα την ένταξη των ελληνικών σπιτιών στο πρόγραμμα MyHome με το οποίο διεκδικεί την επιστροφή των γεωργιανών περιουσιών, αποτελεί, όπως υποστηρίζουν, «το τελειωτικό χτύπημα». «Τι αποτέλεσμα περιμένουμε να έχουμε όταν αναθέτουμε τη διεκδίκηση των περιουσιών μας στους ορκισμένους εχθρούς των Αμπχάζιων;» διερωτώνται.
Μετά την απώθηση των γεωργιανών δυνάμεων που είχαν καταλάβει τα περισσότερα σπίτια, πολλά από αυτά έπεσαν στα χέρια Αμπχάζιων που με τη σειρά τους άρχισαν να τα μεταπωλούν.
Πολλές κατοικίες έχουν αλλάξει από δύο μέχρι τρεις ιδιοκτήτες οι οποίοι συχνά επιδεικνύουν επιθετικές διαθέσεις κατά οποιουδήποτε αμφισβητήσει το δικαίωμά τους επί του ακινήτου. Βέβαια, υπάρχουν και ορισμένα σπίτια που παραμένουν εγκαταλελειμμένα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις συναντήσαμε τους άλλοτε γείτονες των Ελλήνων -κυρίως Αρμένιους- να αγωνιούν για την τύχη των «αδελφών» τους .
Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο Νάντια Βενεντίκτοβα, η οποία έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα των χαμένων περιουσιών, το κουτί της Πανδώρας άνοιξε πέρσι. «Μέχρι πρότινος», υποστηρίζει, «το πρόβλημα περιοριζόταν σε όσους άρπαξαν σπίτια μετά τον πόλεμο». «Ο έλεγχος χάθηκε πέρσι», επισημαίνει, «όταν ψηφίστηκε ένας νόμος βάσει του οποίου όποιος αποδείξει ότι κατοικεί στο σπίτι τα τελευταία δέκα χρόνια αποκτά τον τίτλο ιδιοκτησίας του». Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο, στόχος της κυβέρνησης ήταν να φορολογηθούν όσοι τόσα χρόνια απέφευγαν κάθε φόρο μένοντας σε ξένα σπίτια.
Το μέτρο όμως πυροδότησε κύμα πλαστογραφήσεων αποδεικτικών εγγράφων με αποτέλεσμα να «καπαρωθούν» εκατοντάδες κατοικίες. «Πλέον», όπως επισημαίνει η Βενεντίκτοβα, «φοβάσαι να πας ακόμα και διακοπές. Κινδυνεύεις να γυρίσεις πίσω και να μην έχεις σπίτι!».

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Οσοι Ελληνοπόντιοι παραμένουν σήμερα στην περιοχή αδυνατούν να μιλήσουν τη γλώσσα τους. Αυτή τη φορά, όμως, όχι επειδή κάποιος τους το απαγορεύει, αλλά λόγω της ανύπαρκτης ομογενειακής πολιτικής της Αθήνας.
Στο Σουχούμι, ο πρόεδρος του Ελληνικού Συλλόγου, Νικόλαος Ισαάκοφ, κατάφερε να συγκεντρώσει χρήματα από Ελληνοπόντιους πρόσφυγες της Ρωσίας και να αγοράσει εκ νέου ένα παλιό ελληνικό σχολείο. Η επισκευή του όμως απαιτεί τη χρηματική υποστήριξη της Ελλάδας, η οποία υποσχέθηκε το 2004 να αναλάβει τα έξοδα. Αποτέλεσμα; Η ελληνική κοινότητα της Αμπχαζίας ακόμα περιμένει αυτά τα χρήματα.

Η αδιάκοπη περιπλάνηση των Ελλήνων

Χιλιάδες εκτελέστηκαν επί Στάλιν, ο οποίος είχε προηγουμένως βάλει λουκέτο σε όλα τα ελληνικά (και όχι μόνο) σχολεία, εφημερίδες και θέατρα. Ακόμα περισσότεροι άφησαν την τελευταία τους πνοή στο Καζακστάν, όπου τους εκτόπισε μαζικά ο πρώην Σοβιετικός ηγέτης το καλοκαίρι του 1949. «Μας ξύπνησαν μέσα στη νύχτα και μας στοίβαξαν σαν ζώα στα βαγόνια ενός τρένου», διηγείται σήμερα η Κλάρα Ευφραιμίδου. Τότε οι γονείς της, μαζί με τη γιαγιά και τον παππού της, έμεναν στο χωριό Χέβι.
«Αδειασαν όλο το χωριό μέσα σε μία νύχτα» συνεχίζει, «και κανένας δεν γνώριζε πού μας πηγαίνουν». Οταν το 1956 τους επέτρεψαν να γυρίσουν πίσω -μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953- αρκετοί εξ αυτών, ανάμεσά τους και η οικογένεια της Κλάρας, εγκατέλειψαν το βιος τους στο Καζακστάν και αποφάσισαν να πάρουν τον δρόμο για το αγαπημένο τους παραθαλάσσιο Σουχούμι. Εκεί όμως ήρθαν αντιμέτωποι με μια δυσάρεστη έκπληξη.
Οι «έποικοι». Μέσα στα σπίτια τους είχαν εγκατασταθεί Γεωργιανοί και Ρώσοι «έποικοι», τους οποίους είχε φέρει ο -γεωργιανής καταγωγής- Στάλιν στην προσπάθειά του να αλλάξει τον πληθυσμιακό συσχετισμό της Αμπχαζίας, την οποία είχε εν τω μεταξύ «υποτάξει» στην Τιφλίδα υποβιβάζοντάς την στο καθεστώς της «αυτόνομης Δημοκρατίας εντός της Γεωργίας».
«Οταν φτάσαμε σπίτι», θυμάται η Κλάρα, «μας άνοιξε την πόρτα μια ηλικιωμένη Γεωργιανή και μας είπε ότι της ανήκει γιατί της το έκανε δώρο ο Στάλιν». «Ετσι», συνεχίζει, «υποχρεωθήκαμε να ξεκινήσουμε από το μηδέν και να χτίσουμε ένα καινούργιο».
Οι περιπέτειες των Ελλήνων της Αμπχαζίας όμως δεν έμελλε να τελειώσουν εκεί. Η εμφάνιση των εθνοτικών συγκρούσεων μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης το 1991 τους βρήκε εγκλωβισμένους ανάμεσα στις ολοένα και επιθετικότερες διαθέσεις της Τιφλίδας, που υπό τον πρόεδρο Ζβιάντ Γκαμσαχούρντια διεκδικούσε μια «Γεωργία για τους Γεωργιανούς», και των Αμπχάζιων που έδειχναν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία τους.
Το τελικό χτύπημα. Το ξέσπασμα του πολέμου το 1992 αποτέλεσε το τελειωτικό χτύπημα για την ταλαιπωρημένη ελληνική κοινότητα. Η πολιορκία του Σουχούμι από τους Γεωργιανούς στις αρχές της σύρραξης οδήγησε αρκετούς Ελληνες -μαζί με Αρμένιους και Ρώσους- να στρατευτούν στο πλάι των Αμπχάζιων. Η πλειονότητα όμως της ελληνικής μειονότητας δεν ήταν διατεθειμένη να χύσει άλλο αίμα, με αποτέλεσμα να αφήσει για ακόμα μία φορά πίσω της, στους Γεωργιανούς που βρίσκονταν πλέον στο κατώφλι της, όλα τα υπάρχοντά της.
Οσοι δεν πρόλαβαν να περάσουν στη Ρωσία ξημεροβραδιάζονταν στο λιμάνι του Σουχούμι, περιμένοντας να εμφανιστεί κάποιο πλοίο που θα τους μετέφερε στην Ελλάδα. Εναν ολόκληρο χρόνο μετά, η ελληνική κυβέρνηση έστειλε το πλοίο Viscountess για την απομάκρυνσή τους.
Η Κλάρα μας δείχνει τη «μαγική» σφραγίδα στο διαβατήριό της, με την οποία της αναγνώριζαν το δικαίωμα επιβίβασης στο πλοίο μαζί με άλλους 1.013 Ελληνες. Δεν το έκανε. «Οι γονείς μου δεν άντεχαν να ξαναφύγουν», εξηγεί. «Ηταν ποτέ δυνατόν να τους αφήσω να πεθάνουν εδώ μόνοι τους;», διερωτάται με σπαστά ελληνικά, τα οποία έμαθε μελετώντας τα βιβλία που βρήκε πεταμένα στο κατεστραμμένο 14ο Δημοτικό Σχολείο.

ΧΡΟΝΙΚΟ

1918-1922: Επέλαση του τουρκικού στρατού στις περιοχές του Πόντου. Οι Ελληνες οδηγούνται σε μαζική έξοδο προς τον Καύκασο και τη Ρωσία.
1937: Ο Στάλιν κλεινει τα ελληνικά σχολεία, εφημερίδες κλπ. επιβάλλοντας καθεστώς τρόμου.
1949: Η ελληνική κοινότητα της Αμπχαζίας εξορίζεται εξ ολοκλήρου -μέσα σε ελάχιστες ώρες- στο Καζακστάν.
1956: Τρία χρνια μετά τον θάνατο του Στάλιν, επιτρέπεται στους Ελληνες να γυρίσουν στις περιοχές από τις οποίες είχαν εκτοπιστεί. Οσοι επιστρέφουν στην Αμπχαζία βρίσκουν μέσα στα σπίτια τους Γεωργιανούς και Ρώσους «εποίκους».
1991: Πτώση της σοβιετικης ενωσης και άνοδος του εθνικιστή Ζβιάντ Γκαμσαχούρντια στην εξουσία της Γεωργίας. Αναζωπύρωση των εθνοτικών συγκρούσεων.
Ιούνιος 1992: Ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ Γεωργίας-Νότιας Οσετίας και Γεωργίας-Αμπχαζίας. Ανατροπή του Γκαμσαχούρντια στην Τιφλίδα και άνοδος του Εντουαρντ Σεβαρντνάντζε στην προεδρία. Το Σουχούμι πολιορκείται από τους Γεωργιανούς και οι Ελληνες εγκαταλείπουν τα σπίτια τους.
Αύγουστος 1993: Η ελληνική κυβέρνηση στέλνει το πλοίο Viscountess για την εκκένωση των Ελλήνων. Ο καθένας από τους 1.013 πρόσφυγες που επιβιβάζεται στο πλοίο δεν μπορεί να φέρει αποσκευές άνω των 100 κιλών.
Σεπτέμβριος 1993: Οι αμπχάζιοι κερδίζουν τον πόλεμο.

ΜΕΛΙΝΑ ΧΑΡΙΤΑΤΟΥ, ΕΘΝΟΣ
xaritatou@pegasus.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: