Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Βαχίτ Τουρσούν: Η ζωή μου στην Ελλάδα (3)

Οικισμός της ελληνόφωνης περιοχής Κατωχωρίου Τραπεζούντας

Πόλεμος, απειλές, φόβος και τρόμος
Εγώ συνεχίζοντας τον αγώνα μου μέσω του διαδικτύου, έγραφα συνέχεια στην ιστοσελίδα που είχα ανεβάσει στο διαδίκτυο, αλλά ο μεγαλύτερος πόλεμος γινότανε στο φόρουμ της ιστοσελίδας, το οποίο είχε 15.000 μέλη και σχεδόν όλοι τους ήταν από την Μαύρη Θάλασσα. Καταρχήν όταν πρωτοξεκίνησα να γράφω και να τους λέω ότι είμαι Έλληνας Τραπεζούντιος με το όνομα Vahit Tursun, κόντεψαν να τρελαθούν και οι ποιό δημοκρατικοί, ή τουλάχιστον αυτοί που εμφανιζόντουσαν δημοκρατικοί. Κάθε μέρα σελίδες ολόκληρες έγραφα και ανέβαζα. Σχεδόν είχα παρατήσει την δουλειά μου. Σκεπτόμουν τι θα γράψω. Πλέον ζούσα με αυτόν τον πόλεμο και είχα ξεχάσει όλα τα υπόλοιπα προβλήματα. Οι απειλές συνέχιζαν. Εγώ όσο και να μην έκανα πίσω, η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν. Ειδικά τις βραδιές, όταν έξω άκουα θόρυβο, η καρδιά μου λαχταρούσε. Όσο και αν δεν ενημέρωνα για όλα την γυναίκα μου, και αυτή τα είχε πάρει χαμπάρι και ήξερε το τι γινότανε. Και αυτή φοβότανε, αλλά δεν ανοίγαμε τη συζήτηση του τρόμου και δεν έλεγε κανείς τίποτα στον άλλον. Για να μην το φουντώνουμε τον φόβο μέσα μας . Αυτό το πρόβλημα, αρκετά χρόνια το ζήσαμε και στο τέλος το συνηθίσαμε. Πλέον δεν δίναμε σημασία στις απειλές.

Οι γκρίζοι λύκοι και το βαθύ κράτος ξεκινούν να αγριεύουν
Τελικά η Τραπεζούντα είχε φτάσει σχεδόν να αναρωτιέται για το παρελθόν της. Από όσα μάθαινα μέσα από τηλεφωνήματα και από τις ιστοσελίδες πού παρακολουθούσα, καταλάβαινα πώς αρκετός κόσμος ήταν σε αναζήτηση τις πραγματικής του ταυτότητας. Αρκετοί άρχισαν να με υποστηρίζουν. Αρκετοί που δεν ήταν ούτε καν Ελληνόφωνοι, μου έδιναν δίκιο στον αγώνα που έδινα για τον πολιτισμό μου. Οι «Γκρίζοι Λύκοι» είχαν εξαγριωθεί. Μόλις είδαν ότι κάθε μέρα κερδίζω τον πόλεμο, άρχισαν να γράφουν ότι είμαι δικός τους άνθρωπος. Ότι όσο διαφορετικά και αν έγραφα, ήμουν άνθρωπος του κράτους. Ότι ήμουν στην «Ομάδα Νεολαίας» της ΜΙΤ στο εξωτερικό και βραβεύτηκα για τις δουλειές που κατάφερα, κλπ. Ο στόχος ήταν να απομακρύνουν από μένα όλους όσους είχα κερδίσει, όλους αυτούς που θα με εμπιστευόντουσαν. Αλλά ένα είχαν ξεχάσει, πώς ό,τι και αν ήμουνα εγώ, η αλήθειες που έγραφα μετρούσαν και όχι η προσωπικότητα μου. Ένα διάστημα κατάφεραν να κόψουν κάποιες επαφές μου αλλά τελικά χάσανε για πάντα. Ένας γνωστός μου από την Τραπεζούντα μου είπε: «Βαχίτ βρέθηκα σε μία εκδήλωση και καθόμασταν μια παρέα μαζί. Ήταν εκεί και ο διευθυντής της Αστυνομίας της Τραπεζούντας. Άνοιξαν κουβέντα για το Ποντιακό πρόβλημα και γύρισε και μας είπε ο διευθυντής: «παιδιά, το ποτάμι άρχισε να τρέχει και δεν γυρίζει πίσω. Από δω και προς η συνάντηση τον Τραπεζούντιων με τους Πόντιους είναι αναπόφευκτη. Πλέον πρέπει να πάρουμε αντίστοιχα μέτρα».
Όντως, από κι και ύστερα άρχισαν τα ζόρια για τα Ελληνόφωνα χωριά. Το βαθύ κράτος ξεκίνησε τον εκφοβισμό του προς τον πληθυσμό. Με της εντολές του διοικητή της Περιφερικής Διοίκησης Στρατό-χωροφυλακής Κερασούντος, οι στρατιώτες άρχισαν επιδρομές στα Ελληνόφωνα χωριά. Ο ίδιος πραγματοποιούσε εκδηλώσεις δεξιά και αριστερά, ώστε να ενημερώσει τον κόσμο για το δήθεν Ποντιακό Πρόβλημα. Ζητούσε από τον κόσμο να είναι έξυπνοι και να καταγγείλουν στην Στρατο-χωροφυλακή τους πόντιους τουρίστες που θα κινούνταν ύποπτα. Έγραφε διάφορα άρθρα και μιλούσε για τα παιχνίδια των ποντίων στην Μαύρη Θάλασσα, κλπ.
Στα χωριά του Κατωχωριού (Çaykara) και ιδικά στο δικό μου το χωριό οι επιδρομές των στρατιωτών δεν τελείωναν. Έμπαιναν στα σπίτια εκείνα που ο άνδρας δεν υπήρχε και ψάχνανε δήθεν κάποια άτομα. Φωτογράφιζαν σπίτια δήθεν ύποπτα και τριγύριζαν γύρω από τους μικρό οικισμούς. Ακόμη και μέλη της ιστοσελίδας μου ψάχνανε. Στην καταπίεση και στον εκφοβισμό του Ελληνόφωνου πληθυσμού, λένε ότι έπαιξε ρόλο και ο στρατηγός «Veli Küçük» που σήμερα είναι κρατούμενος στην φυλακή για την υπόθεση του «Ergenekon».

Εξαιτίας μου και ο πατέρας μου είχε πρόβλημα
Ο πατέρας μου όταν κατέβαινε κάτω στην κωμόπολη για δουλειές στην Κρατική Διοίκηση, άκουε προσβλητικά λόγια από τον απλό υπάλληλο μέχρι και από τον καϊμακάμη. «Το παιδί σου είναι διαμελιστής και κάνει ζημιά στη χώρα μας» του λέγανε. Ο καημένος ούτε ήξερε το τί κάνω και πως το κάνω. Σιωπηλός, ταπεινωμένος, χωρίς να πει κουβέντα έφευγε. Στο χωριό, στα καφενεία δεν μπορούσε να πάει. «Εξαιτίας του παιδιού σου χάσαμε την ησυχία μας» του λέγανε. Και τί δεν τον μετρούσαν για μένα. Εγώ τα άκουα, αλλά έπρεπε να συνέχισω. Κατάλαβα ότι όλα αυτά που γίνονται, επειδή εγώ κερδίζω τον πόλεμο. Κερδίζει η αλήθεια, κερδίζει η πραγματική ιστορία. Χάνουν τα ψέματα, χάνουν οι ψεύτες, χάνουν οι δολοφόνοι του πολιτισμού μας.
Και τί προσπάθειες εναντίον μας δεν έχουν γίνει.. Ακόμη και στα τοπικά τηλεοπτικά κανάλια μας κατηγορούσανε. Λέγανε ότι η Ελλάδα έπεισε κάποια παιδιά και τα πήρε εκεί και τα βαφτίζει χριστιανούς, τα στρέφει εναντίον της χώρας, κλπ. Πλούσιες οικογένειες χρηματοδότησαν ιστορικούς ώστε να τους γράψουνε την οικογενειακή ιστορία για να δείξουν πόσο Τούρκοι είναι. Χαμός γινότανε. Ενώ εγώ εδώ μόνος... ένας άνθρωπος... παράνομος και στη χώρα που ζούσα... με μειωμένες δυνατότητες... από τους πόντιους ούτε μετάφραση στα Αγγλικά που χρειαζόμουν μπορούσα να πάρω. Δίο τρία άτομα που είχα στο MSN με βοηθούσαν σε μικρά μηνύματα για επικοινωνία με τους Αμερικάνους που είχαν τον χώρο «server» της ιστοσελίδας μου.

Στην Ελλάδα τα πράγματα χειροτερεύουν
Γύρω στα 1999 - 2000 ξεκινάει η Ελλάδα τα συρτάκια, τα στεφάνια, τα γλέντια και τα ποτά μαζί με την Τουρκία. Ποια ημερομηνία ήταν ακριβώς δεν θυμάμαι αλλά σε μία τουρκική εφημερίδα παρουσιάζουν κοντά στα εκατόν τριάντα περίπου (δεν θυμάμαι τον αριθμό ακριβός) μικρούς Οτζαλάν που ζούνε στην Ελλάδα. Μέσα σε αυτά τα ονόματα ήταν και ένας δικός μας από τον Πόντο. Ο Recai Yıldız. Ευτυχώς που δεν υπήρξα στη λίστα κι εγώ. Αυτά τα άτομα ήταν από αριστερές οργανώσεις και ήταν εναντίον του καθεστώτος της Τουρκίας. Αυτά τα άτομα δεν ζητήσανε άσυλο από εφημερίδες, ούτε από εκδότες. Τα ονόματα αυτών των ανθρώπων, τα είχε το κρατικό σύστημα της Ελλάδος. Το πώς διαρρεύσανε στις εφημερίδες, ρωτήστε στους πολιτικούς της τότε εποχής. Σε εκείνη την εποχή, άκουσα από αριστερούς προσφυγές, ότι παράδωσαν αρκετούς πολικούς προσφυγές στην Τουρκία. Πριν από αυτούς, συνέβη και η παράδοση του Οτζαλάν. Ολόκληρο πακέτο ξεπουλήματος δηλαδή...
Ύστερα, όταν η σειρά έφτασε σε μας, καλούνε στην Αστυνομία τα παιδιά που σπουδάζανε στα πανεπιστήμια. Όλοι κι όλοι οκτώ ήταν. Από πριν είχαν καταφέρει να πάρουν Άδεια Παραμονής. Από την Αστυνομία τους λένε: «Παιδιά κάναμε λάθος στις άδειες σας. Έπρεπε να τις είχαμε κάνει πενταετούς διάρκειας και τις κάναμε για ένα χρόνο. Δώστε τις πίσω για να τις ανανεώσουμε». Τις δίνουν πίσω τις άδειες που είχαν και περιμένουν να βγει η καινούρια πεντάχρονη άδεια. Δεν ξέρω οι αστυνομικοί αν τους έδωσαν από πίσω κι άλλα πέντε μουντζώνοντάς τους, αλλά, σε λίγες μέρες βγαίνει η απόφαση απέλασης τους από την χώρα. Γίνεται χαμός... Εφημερίδες έγραψαν, καθηγητές και πρυτάνεις πανεπιστήμιων αντέδρασαν, αρκετοί πόντιοι ξεσηκώθηκαν και έτσι σταμάτησε η απέλαση τους. Απλά σταμάτησαν τις απελάσεις. Αλλά από κει και ύστερα άδειες δεν δόθηκαν. Τα παιδιά μόλις κατάλαβαν ότι η κατάσταση δεν πάει άλλο, μερικοί από αυτούς παράτησαν τις σπουδές τους και μερικοί έφυγαν πίσω στην Τουρκία.

Η πρώτη σύλληψη γύρω από ποντιακά ζητήματα
Ο Fethi Gültepe, που ήταν ένας από αυτά τα παιδιά, μία μέρα (2002) αποφασίζει να πάει στην πατρίδα του για επίσκεψη. Τον αρπάζουν στα σύνορα οι Τουρκικές αρχές και τον χώνουν στη φυλακή. Σε κάποιες εφημερίδες πρωτοσέλιδος ο Φετχί... Ηγέτης της Ποντιακής Οργάνωσης που θέλει να διαμελίσει την Τουρκία και θα ιδρύσει στον Πόντο κράτος... Ένα σορό άλλες κουταμάρες και ψέματα... Επί μήνες τον κρατούσαν μέσα. Κάθε μέρα περνούσε ανακρίσεις και οι ερωτήσεις ήταν ίδιες. Τελικά δικάζεται, αθωώνεται και τον αφήνουν. Μόλις τον αφήνουν, ο Φετχί ξαναφεύγει στην Ελλάδα. Από τότε ζει εδώ. Μέχρι και σήμερα δεν έχει Άδεια Παραμονής.
Ύστερα από την υπόθεση του Φετχί, ζήτησα από τον δικηγόρο του το κατηγορητήριο που ετοίμασε εναντίον του Φετχί η Τουρκική αστυνομία. Μου έστειλε μία φωτοτυπία. Και τι δεν έγραφε μέσα... από στρατιωτική εκπαίδευση μέχρι και ποντιακό εθνικός ύμνο ανέφερε... Όπως έγραφε η δικογραφία, εμείς εδώ στην Ελλάδα ιδρύσαμε μία ποντιακή οργάνωση, εκπαιδευόμασταν στρατιωτικά, είχαμε γράψει και έναν ύμνο για τον Πόντο και σκοπεύαμε να κτυπήσουμε την Τουρκία. Είχαμε στόχο να την διαμελίσουμε και θα ιδρύαμε ένα Ποντιακό κράτος, κλπ, κλπ, κλπ...
Γελάς ή κλαις;
Είναι δηλαδή να τρελαθεί κανείς...
Τότε κατάλαβα ότι Mehmet Kul έλεγε αλήθεια για τον Kemal Yazıcıoğlu και την λίστα του. «Κοίτα να δεις» λέω από μέσα μου. Τέτοιο στήσιμο ούτε ο θεός μπορούσε να καταφέρει. Επειδή εμείς, σαν Ελληνόφωνοι που ήρθαμε από τον Πόντο στην Ελλάδα, εκφράσαμε τον εαυτό μας ως Έλληνες, χάλασε ο κόσμος...
Μα να μας καταγράφει και να μας βάζει στην κόκκινη λίστα, να μας απαγγέλει κατηγορίες και να μας στέλνει στο Δικαστήριο Κρατικής Ασφάλειας, ένας διοικητής Αστυνομίας στην Τουρκία ο οποίος είναι Ελληνόφωνος πόντιος και εδώ στην Ελλάδα να παίρνει απόφαση απέλασης ένας πόντιος (ο Χρυσοχοίδης) που είναι υπουργός δημόσιας τάξης;
Στον θεό να το έλεγε κανείς, θα ζήλευε αυτήν την τυχαία (;) σύμπτωση.
Έτσι δεν είναι;

Κατάλαβα πως δεν θέλουν να μείνω στην Ελλάδα
Από την άλλη εγώ, παρακολουθούσα τα γεγονότα απελπισμένος. Αφού δεν είχα πλέον επαφή και με πολλούς πόντιους, έπρεπε κάτι να σκεφθώ. Μία μέρα αποφασίζω να φύγω από την Ελλάδα. Το είπα και στα δικά μας παιδιά που ζούσαν εδώ. Στεναχωρήθηκαν αλλά δεν μπορούσαν να μου πουν κάτσε. Άρχισα να πουλώ τα εργολαβικά μου εργαλεία. Πριν ολοκληρώσω την πώληση των πραγμάτων, είπα «ας επισκεφθώ και τον Σάββα Καλεντερίδη ο οποίος μας βοήθησε σε μερικές βίζες ώστε να έρθουν κάποια παιδιά εδώ». Έτσι μία μέρα με έναν από τα δικά μας τα παιδιά πάμε και τον βρίσκουμε. Του λέω: «Σάββα εγώ θα φύγω από την Ελλάδα». Χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς να με ρωτήσει το γιατί, μου λέει: «Καλά θα κάνεις». Δεν το περίμενα έτσι. Εγώ περίμενα να αντιδράσει, να μου πει κάτι. Τουλάχιστον να με ρωτούσε το γιατί. «Καλά θα κάνεις» και τέρμα... έτσι ψυχρά...
«Χιμ... αυτοί δεν θέλουν να μείνω εδώ» είπα από μέσα μου. Αφού είχαν εξαφανιστεί τόσο πολύ από το περιβάλλον μου, τι άλλο μπορούσα να σκεφθώ; «Άντε πάμε» λέω τον φίλο μου και βγαίνουμε έξω. «Μετάνιωσα, δεν πάω πουθενά, εδώ θα μείνω» του λέω του φίλου μου. «Τί έπαθες, γιατί μετάνιωσες» μου ρωτάει. «Φαίνεται αυτοί εδώ δεν με θέλουν και εγώ επίτηδες θα μείνω» του απάντησα. Με είχε πάρει το ποντιακό πείσμα και έτσι συνέχισα να μένω εδώ στην Ελλάδα.
Συνεχίζεται...

1 σχόλιο:

ΔΤ είπε...

Δυστυχως εχουμε και ανεγκεφαλους, για να μην πω τιποτα αλλο, στην εξουσια, ετσι ομως δεν γινεται πολιτικη, οταν πχ εχεις τον χρυσοχοιδη εναν αδαη, που τον θυμαμαι να κανει αφισοκολληση, μετα να κανει και πολιτικη, με ποια προσοντα?
δτ